δεξιωτικός

δεξι-ωτικός, ή, όν,
A welcoming, hospitable,

φιλοφροσύνη Eust.782.56

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεξιωτικός — δεξιωτικός, ή, όν (Μ) [δεξιούμαι] αυτός που είναι κατάλληλος για δεξίωση …   Dictionary of Greek

  • δεξιωτικόν — δεξιωτικός welcoming masc acc sg δεξιωτικός welcoming neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεξιωτικοῖς — δεξιωτικός welcoming masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεξιωτικῆς — δεξιωτικός welcoming fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεξιωτικήν — δεξιωτικός welcoming fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεξιωτικῶς — δεξιωτικός welcoming adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.